ἁγιάζω

ἁγιάζω освящать; посвящать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἁγιάζω" в других словарях:

  • αγιάζω — αγιάζω, άγιασα και αγίασα βλ. πίν. 35 Σημειώσεις: αγιάζω, αγιάζομαι : χρησιμοποιείται κυρίως στην ενεργητική φωνή, με ενεργητική και παθητική διάθεση (→ κάνω κάτι άγιο ή γίνομαι άγιος) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἁγιάζω — pres subj act 1st sg ἁγιάζω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγιάζω — 1) μετβ. святить, освящать, кропить святой водой; 2) αμετβ. становиться святым, очищаться от грехов; ΦΡ. αγιασμένος / ηγιασμένος άρτος και οίνος хлеб и вино, которые приготовляются для совершения таинства Божественной Евхаристии …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αγιάζω — (Α ἁγιάζω) κάνω κάποιον ή κάτι άγιο με εκκλησιαστική ευχή ή τελετή, εξαγνίζω, καθαγιάζω νεοελλ. 1. ευλογώ 2. ραντίζω με αγιασμένο νερό 3. γίνομαι άγιος ή τιμώμαι ως άγιος 4. αδυνατίζω, γίνομαι σκελετός, απισχναίνομαι αρχ. 1. καθαγιάζω κάτι… …   Dictionary of Greek

  • αγιάζω — άγιασα, αγιάστηκα, αγιασμένος 1. μτβ., ευλογώ, ραντίζω με αγιασμένο νερό: Περίμεναν όλοι στη σειρά να τους αγιάσει ο παπάς. 2. αμτβ., γίνομαι άγιος: Αυτός άμα πεθάνει θ αγιάσει· μτφ., αδυνατίζω υπερβολικά: Από την αρρώστια και τη νηστεία είχε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁγιάζῃ — ἁγιάζω pres subj mp 2nd sg ἁγιάζω pres ind mp 2nd sg ἁγιάζω pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσατε — ἁγιάζω aor imperat act 2nd pl ἁ̱γιάσατε , ἁγιάζω aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἁγιάζω aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσει — ἁγιάζω aor subj act 3rd sg (epic) ἁγιάζω fut ind mid 2nd sg ἁγιάζω fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσουσι — ἁγιάζω aor subj act 3rd pl (epic) ἁγιάζω fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἁγιάζω fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσουσιν — ἁγιάζω aor subj act 3rd pl (epic) ἁγιάζω fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἁγιάζω fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσῃ — ἁγιάζω aor subj mid 2nd sg ἁγιάζω aor subj act 3rd sg ἁγιάζω fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.